Posts Tagged With: Plan B

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ FRÉDÉRIC #LORDON ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ B

Ο Frédéric Lordon είναι Γάλλος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, Διευθυντής έρευνας στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας) και ερευνητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκής κοινωνιολογίας.

Παρίσι 23/01/2016

Η απομαγνητοφώνηση του γαλλικού κειμένου έγινε από τον Vincent Christophe Le Roux

Για να δείτε το βίντεο (στα γαλλικά), πάτε εδώ. Ο Lordon παρεμβαίνει στο 2:37:25

 

«Ακούστε, δεν πρόκειται να πω ούτε πολύ τεχνικά πράγματα, ούτε και πολύ καινούρια. Δεν πρόκειται να παρουσιάσω κάποιο διάγραμμα εναλλακτικής νομισματικής αρχιτεκτονικής. Θα ήθελα απλά να επιμείνω σε αυτά που μου φαίνονται πως είναι τα θεμελιώδη διακυβεύματα αυτού που μπορεί να αποδοθεί με τον όνομα «Σχέδιο Β».

Και θα ήθελα να ξεκινήσω παρατηρώντας ότι, πάντως, υπάρχουν καταστρατηγήσεις της στοιχειώδους λογικής της μάθησης που δεν αποτελούν πλέον μόνον πνευματικά λάθη αλλά οιονεί πολιτικά εγκλήματα και, σε κάθε περίπτωση, εγκληματική απόπειρα κατά των ελπίδων. Εκείνων, για παράδειγμα, που η κλειδαριά του ευρώ ακυρώνει ριζικά και που η εξάλειψη της κλειδαριάς αυτής είναι μόνη σε θέση να αποκαταστήσει.

Την ίδια στιγμή που η ανάλυση του ευρωπαϊκού νεοφιλελεύθερου αδιεξόδου, μιας μορφής γραφειοκρατικής τυραννίας που ακυρώνει οιαδήποτε δυνατότητα συμβιβασμού, μπορούσε να έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό, για ορισμένους, το θέαμα μιας αριστερής κυβέρνησης -της ελληνικής, στην προκειμένη περίπτωση- που τρώει ξύλο στα παρασκήνια της ευρωζώνης, δεν αρκεί για ν’ανοίξουν τα μάτια και, οι ίδιοι, λίγο ζαλισμένοι, συνεχίζουν να αναζητούν το ανεύρετο και να επιθυμούν το ανέφικτο: το προοδευτικό και δημοκρατικό ευρώ, αυτό το νομισματικό ισοδύναμο του ροζ ελέφαντα ή του μεγάλου φτερωτού φιδιού. Και είναι σαν, η αριστερά αυτή, να συγκλίνει – είτε το θέλει είτε όχι, είτε το αντιλαμβάνεται, είτε όχι- το μεγάλο ενιαίο κόμμα του ευρωφιλελευθερισμού, τουλάχιστον όσον αφορά αυτό που αποτελεί στην πραγματικότητα το τελευταίο του επιχείρημα, εννοώ τον φετιχισμό του ευρώ: του απόλυτου ευρώ, του ευρώ για το ευρώ όποιες κι αν είναι οι συνέπειες. Διότι, εν τέλει, στο ερώτημα «Γιατί το ευρώ;», ο αδιάλλακτος ευρωπαϊστής και οι οπαδοί του δεν έχουν να απαντήσουν τίποτε άλλο πέρα από «Επειδή!» ή, όταν προσπαθούν να πουν κάτι άλλο – ας είμαστε έντιμοι, μερικές φορές το προσπαθούν- σπάνια καταφέρνουμε να βγάλουμε κάτι διαφορετικό από μια ομολογία πίστης Μις Γαλλίας – εννοώ, «Μις Ευρώπης», βέβαια –  το οποίο, χονδρικά, συνίσταται στην ειρήνη και την φιλία μεταξύ των λαών. Και, όπως ισχύει για όλους τους μεγάλους υπνοβάτες, και για να μην τους βγάλουν από τις ράγες του βήματος απ’όπου ομιλούν, είναι σίγουρα επικίνδυνο να τους βγάλεις απ΄τον γεμάτο παραισθήσεις ύπνο τους για να τους κάνεις να παρατηρήσουν ότι, βάσει των ίδιων των δικών τους μπικίνι-κριτηρίων, η ευρωπαϊκή κατασκευή αποτελεί φοβερή αποτυχία. Ποτέ δεν παρατηρήθηκαν τόσες πολιτικές εντάσεις κάθε είδους και, πλέον, τόσο κοντά στο κρίσιμο σημείο: εθνικιστική άκρα δεξιά προ των πυλών της εξουσίας, ενδημικές αποσχιστικές τάσεις, λαοί εναντίον λαών, κλπ., κλπ.

Αν η ευρωπαϊκή κατασκευή αποτυγχάνει σε τέτοιο σημείο, και βάσει των ίδιων της των κριτηρίων, είναι σίγουρα γιατί κάτι δεν σκέφτηκαν σωστά στη διαδρομή, αλλά τί; Σε αυτό το ερώτημα, η απάντηση είναι η ακόλουθη: αυτό που δεν σκέφτηκαν σωστά -και, στην πραγματικότητα, δεν σκέφτηκαν καθόλου- είναι οι όροι της δυνατότητας της σύστασης μιας πολιτικής κοινότητας. Η ευρωζώνη ψοφά επειδή δεν είναι μια πολιτική κοινότητα. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ποτέ δεν θέλησε να είναι κάτι τέτοιο και, πάντως όχι με την έννοια μιας δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας. Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.

Σε αυτό το ερώτημα, πιστεύω, δυστυχώς, πως η απάντηση είναι ‘όχι’ και ότι, μετά από τόσα χαμένα χρόνια, είναι καιρός να το δεχτούμε. Η απάντηση είναι ‘όχι’ πρώτον διότι, σε αντίθεση με έναν αστικό μύθο που διαδίδουν τα ΜΜΕ, φιλελευθερισμός και δημοκρατία απέχουν πολύ από το να είναι τέλεια συνώνυμα. Ας πούμε καλύτερα ότι, ως δόγμα προς χρήση των κυρίαρχων, ο φιλελευθερισμός ανέχεται πολύ καλά να είναι μεταβλητής γεωμετρίας. Για παράδειγμα, ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός δεν έχει κανένα πρόβλημα να είναι ένας πολιτικός «Αφιλελευθερισμός» εντελώς αντιδημοκρατικός. Όμως, μέχρι πρόσφατα, ο νεοφιλελευθερισμός ήταν η γενική τάση σε όλα τα Κράτη Μέλη. Και, μετά, ήρθε  ΣΥΡΙΖΑ! Ήρθαν οι Podemos, η πορτογαλική συμμαχία, εναλλακτικές που κάναν τα πρώτα τους βήματα, ακόμη και δειλές ως προς το καθοριστικό θέμα του ευρώ, αλλά, εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα μοιάζουν να μπορούν ν’αλλάξουν κι η ελπίδα μοιάζει να ξαναγεννιέται.

Λέγω, όμως, ότι ακόμη κι αν τα πράγματα άλλαζαν περισσότερο, θα ερχόταν αργά ή γρήγορα η στιγμή όπου θα προσέκρουαν σε ένα μοναδικό εμπόδιο, και μοναδικά αντιστεκόμενο, εννοώ την Γερμανία.

Είναι ακόμη εφικτό να μιλάμε περί Γερμανίας στην Γαλλία; Θα έπρεπε, πάντως, πολύ περισσότερο που, καταρχήν, τίποτε δεν απαγορεύει να προχωράμε ανάμεσα στους συμμετρικούς σκοπέλους της άρνησης και των εμετικών γερμανοφοβικών λόγων. Η καταστροφή όμως είναι ο κίνδυνος οι δεύτεροι να οδηγούν συστηματικά στην πρώτη και, φοβούμενοι διαρκώς τις κακές σκέψεις, να απαγορεύσουμε στους εαυτούς μας να σκεφτούμε και, ειδικότερα, να σκεφτούμε την γερμανική νομισματική ιδιοσυγκρασία. Είναι που έχει πέσει ένας τέτοιος πνευματικός πανικός πάνω στην αριστερά κι έχει γίνει σχεδόν αδύνατον να σκεφτείς οτιδήποτε αυτής της τάξης. Πρέπει, πράγματι, να έχει συμβεί μια φοβερή θεωρητική ύφεση ώστε μια τέτοια ανάλυση να καταλήγει χοντροκομμένα σε μια εξίσου παράλογη ψυχολογία των λαών ή να τίθεται τέλος στον συλλογισμό υπό το φως μιας ένστασης ουσιοκρατίας που αποτελεί, εδώ, το άσυλο της ηθελημένης άγνοιας και της άρνησης ανάλυσης.

Θα έπρεπε να παραιτηθούμε, για παράδειγμα, από το να σκεφτούμε την ιδιαίτερη σχέση της αμερικανικής κοινωνίας με τα πυροβόλα όπλα ή αυτήν της γαλλικής κοινωνίας με την λαϊκότητα ή με το Κράτος, από φόβο μήπως περιπέσουμε σε αμερικανοφοβική ή γαλλοφοβική ουσιοκρατία;

Οι κοινωνικές επιστήμες, νομίζω, και ειδικά οι ιστορικές, μήπως δεν έχουν ως αντικείμενο να αναδεικνύουν τα κοινά φαντασιακά και να αναλύουν τις μακρόχρονες συλλογικές πίστεις που μόνον οι ανθρωπιστικές επιστήμες -ειδικότερα της οικονομίας-, χαμένες στον μεθοδολογικό ατομικισμό, έχουν χάσει τελείως από τα μάτια τους;

Το δράμα της εποχής μας, είναι ότι πρέπει να θέσουμε τέτοια προαπαιτούμενα για να έχουμε κάποια πιθανότητα να θέσουμε μια αναλυτική συζήτηση έστω και λίγο σοβαρή πάνω στο γερμανικό ζήτημα, μια σοβαρή αναλυτική συζήτηση της οποίας το ίδιο το κριτήριο είναι να μπορούμε να την αναπτύξουμε παρουσία των Γερμανών συντρόφων μας, μια συζήτηση που προφανώς δεν θα αναπτύξω εδώ σε βάθος αλλά της οποίας τα ουσιώδη σημεία είναι, κατά τη γνώμη μου, τα εξής:

1/ Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι όλα τα Κράτη Μέλη, παρασυρμένα εδώ και δεκαετίες από το νεοφιλελεύθερο κύμα, επικύρωσαν με ενθουσιασμό τις ιδεολογικές αρχές της ευρωζώνης, είναι συνυπεύθυνα, όλα!

2/ Αυτή η ομοφωνία δεν πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε ότι, ανάμεσα σε όλα αυτά τα Κράτη, η Γερμανία παίζει ένα παιχνίδι που είναι μόνο δικό της διότι το έχει κληρονομήσει από την ιστορία της που είναι μια μοναδική ιστορία.

3/ Ανάμεσα σε έμμονη ιδέα και εξορκισμό των τραυμάτων του παρελθόντος και στην συμβολική εκ νέου επένδυση σε μια υποκατάστατη ταυτότητα, η γερμανική κοινωνία έχει αναπτύξει με το νόμισμα μια σχέση που δεν έχει αντίστοιχο στην Ευρώπη και για την οποία μπορούμε να πούμε ότι είναι μια σχέση μεταπολιτική καθώς διαφέρει, ως προς την φύση και ως προς την χρονικότητα, από τις συνήθεις πολιτικές ιδεολογίες.

4/ Αποτέλεσμα ήταν ότι η υιοθέτηση του θεσμικού μοντέλου της και, ειδικότερα, η αγιοποίηση των αρχών της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε ανέγγιχτα κείμενα – αυτά των Συνθηκών – αποτέλεσαν τα εκ των ων ουκ άνευ αντισταθμίσματα της εισόδου της Γερμανίας στην ευρωζώνη. Από εκείνη τη στιγμή, ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας του ευρώ είχε σφραγιστεί διότι εγκαταλείπουμε τη δημοκρατία από τη στιγμή που οι βασικοί προσανατολισμοί της οικονομικής πολιτικής αφαιρούνται από την συζήτηση και την απόφαση οιασδήποτε κοινοβουλευτικής αρχής.

5/ Είναι όμως αλήθεια ότι, όπως οποιοσδήποτε πολιτικός σχηματισμός, ακόμη και μακρόχρονος, η γερμανική νομισματική πίστη, προϊόν της Ιστορίας, θα περάσει μαζί με την Ιστορία.

6/ Και, όπως κάθε πίστη εξ άλλου, και αυτή δεν συναντά την ομοφωνία της γερμανικής κοινωνίας. Το γεγονός ότι έχει τους αντιφρονούντες της, όπως ακριβώς οι σύντροφοί μας που βρίσκονται εδώ, δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχει βαθιές ρίζες. Αναφέρω αυτό το στοιχειώδες δεδομένο μιας απλής ερμηνείας των νομισματικών πρακτικών: 80% των πληρωμών, στη Γερμανία, γίνονται με μετρητά, έναντι 56% στη Γαλλία και 46% στις ΗΠΑ. Ένα νούμερο σημαντικό, αναμφίβολα! Και η χρήση πιστωτικών καρτών αποτελεί πραγματικά αντικείμενο κοινωνικής αποδοκιμασίας. Το λέω αυτό απευθυνόμενος προς αυτούς που θεωρούν ότι η νομισματική έμμονη ιδέα αποτελεί υπόθεση μόνο των γερμανικών ελίτ ή του γερμανικού κεφαλαίου και ότι το υπόλοιπο της κοινωνίας δεν είναι έτσι. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και θα μπορούσαμε να δώσουμε και πολλούς άλλους δείκτες…

7/ Γνωρίζοντας πού βρίσκεται το κέντρο βάρους της γερμανικής κοινωνίας πάνω σε αυτό το νομισματικό θέμα, πρέπει να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι πιθανότητες να το δούμε να μετακινείται, με ποια ένταση και, προπάντων, με ποια ταχύτητα. Αν, όπως το πιστεύω, είναι μια υπόθεση που θα πάρει χρόνο, το πρόβλημα είναι ότι στην Ευρώπη υπάρχουν πληθυσμοί που δεν μπορούν πια να περιμένουν.

Μπορούμε συνεπώς να ξανακάνουμε την σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων λέγοντας το ακόλουθο:

Στην Ευρώπη, υπάρχει το γενικό πρόβλημα του νεοφιλελευθερισμού αλλά, αυτό το γενικό πρόβλημα, γνωρίζει μια ιδιαίτερη επιπλοκή που είναι η γερμανική επιπλοκή του ορθοφιλελευθερισμού (ordoliberalismus).

Για ποιον λόγο αποδίδω τόση σημασία στην γερμανική νομισματική ιδιοσυγκρασία; Διότι είναι η κλειδαριά της κλειδαριάς και την καθιστώ πυρήνα μιας λογικής πρόβλεψης που θα μπορούσε να μας κάνει να κερδίσουμε χρόνο επιτρέποντάς μας να διασχίσουμε, νοητά, την διαδικασία του σχεδίου Α για να καταλήξουμε άμεσα στο τέρμα της. Στο τέρμα της, και ακόμη κι αν έχουν υπερνικηθεί όλες οι άλλες δυσκολίες, η γερμανική επιπλοκή είναι, φοβάμαι, το υπέρτατο εμπόδιο στο οποίο θα προσέκρουαν οι απόπειρες ανακατασκευής ενός δημοκρατικού ευρώ. Διότι, αν, κατά κάποιον θαυμαστό τρόπο, ένα τέτοιο σχέδιο άρχιζε να γεννιέται, η ίδια η Γερμανία είναι -πρέπει να το ξέρουμε καλά- εκείνη που θα έφευγε, ενδεχομένως ακολουθούμενη από άλλους εξ άλλου! Και ιδού η υπόθεση που παραβλέπεται συστηματικά, η κατ’εξοχήν τυφλή κηλίδα, το Grexit ! Και το παράδοξο του άλλου ευρώ, του δημοκρατικοποιημένου ευρώ, είναι ότι θα αποτύγχανε την ίδια στιγμή που θα ετοιμαζόταν να πετύχει, εκ του ίδιου του γεγονότος ότι ετοιμάζεται να πετύχει.

Αυτό το τέρμα είναι που καταδικάζει με τον πιο ακυρωτικό τρόπο την διαδικασία της οποίας η πιθανότητα να γεννηθεί είναι, εξ άλλου, από τις πλέον αδύναμες. Διότι, η έναρξη μιας αναμέτρησης εντός της ευρωζώνης προϋποθέτει πολύ περισσότερα από ένα συμπαθητικό ευρωπαϊκό προοδευτικό κόμμα. Χρειάζεται την πραγματική και σύγχρονη έλευση ενός ικανού αριθμού κυβερνήσεων πραγματικά αριστερών. Αλλά, πόσος χρόνος δεν χρειάστηκε για να υπάρξει στην Ελλάδα η πρώτη πραγματική πολιτική εναλλαγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση;! Και ποιες είναι οι συνδυασμένες πιθανότητες της ευθυγράμμισης πλανητών στην οποία αναφέρομαι αυτή τη στιγμή; Είναι σχεδόν μηδενικές, κι όλος ο κόσμος εδώ το γνωρίζει.

Μεταξύ των πολλών πνευματικών σφαλμάτων του διεθνισμού, του φαντασιακού διεθνισμού, υπάρχει και αυτό που συνίσταται στο να περιμένεις, με το όπλο παρά πόδα, τον συγχρονισμό του ξεσηκωμού της ηπείρου. Ε, λοιπόν, με τέτοια προσέγγιση, κι όπως οι οπλίτες με το δόρυ που τραγουδούν «Εμπρός, Εμπρός», κάνοντας επί τόπου βήματα, το ευρώ έχει ακόμη όμορφες μέρες μπροστά του με αντιπολιτευόμενους σαν εμάς.

Ένα και μοναδικό είναι το συμπέρασμα που βγαίνει απ’όλα αυτά. Το συμπέρασμα του πραγματικού διεθνισμού. Ο πραγματικός διεθνισμός δεν είναι το ατέλειωτο καραούλι μπροστά στην έρημο των ταρτάρων αλλά ο συντονισμός των ευρωπαϊκών αριστερών για να εργαστούν παντού για την έλευση της ρήξης και της εξόδου από το ευρώ κι έπειτα για να ωθήσουν εκείνον τον πρώτο που θα ήταν έτοιμος να το πραγματοποιήσει, χωρίς να περιμένει τους άλλους!

Ο πραγματικός διεθνισμός είναι επίσης η εγκατάλειψη αυτού του παραλογισμού που δεν μετρά τους δεσμούς μεταξύ των λαών παρά μόνον υπό το φως της νομισματική ολοκλήρωσης, της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων  ή των κεφαλαίων. Και, αντίθετα, είναι η δημιουργία όλων των άλλων δεσμών που μπορεί κανείς να φανταστεί – επιστημονικών, καλλιτεχνικών, πολιτιστικών, φοιτητικών, τεχνολογικών και βιομηχανικών, κλπ., κλπ.  Τέλος, ο πραγματικός διεθνισμός είναι να βγούμε από τον εκφοβισμό, τον εκφοβισμό από την εθνικιστική άκρα δεξιά ή, ακριβέστερα, τον εκφοβισμό από το φιλελεύθερο ευρωμπλοκ που δεν διαθέτει πια παρά μόνο αυτό το επιχείρημα στα αποθέματά του.

Αναμφίβολα, η άκρα δεξιά είναι απαίσια αλλά είναι τόσο θεόσταλτη, αφού επιτρέπει να αποκαλείται «ξενόφοβος εθνικιστής» όλους εκείνους που σχεδιάζουν να βγουν από το σιδερένιο κλουβί. Είναι πολύ απλό: αν το FN (Εθνικό Μέτωπο) δεν υπήρχε στη Γαλλία, θα έπρεπε να το εφεύρουν!

Και, το χειρότερο είναι ότι υπάρχει μια αριστερά αρκετά χαζή για να τρομοκρατείται και, ενίοτε, να προσθέτει και τη δική της συμβολή σε αυτό το επιχείρημα, τόσο αισχρό όσο και απατηλό. Διότι, για λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με τους φόβους των ηλικιωμένων ψηφοφόρων του, όσο και με την ασπόνδυλη οικονομική του ιδεολογία και με τις συμπαιγνίες που ήδη δημιουργεί με το κεφάλαιο, ένα FN που θα ερχόταν στην εξουσία δεν θα προχωρούσε στην έξοδο από το ευρώ. Και, εδώ είναι που τα πνευματικά σφάλματα γίνονται πολιτικές καταστροφές. Η τρομαγμένη αριστερά θα έχει λοιπόν αφήσει να της αφαιρεθεί χωρίς μάχη μια εναλλακτική που ο απαγωγέας της δεν πρόκειται καν να εκμεταλλευθεί. Θαυμαστό αποτέλεσμα! Και για ποιαν εναλλακτική μιλάμε; Για την μόνη που είναι σε θέση να κάνει μια ριζική διαφορά, μια από αυτές τις διαφορές που το κοινωνικό σώμα πεθαίνει που δεν βλέπει να προτείνονται στην σκηνή των λεγόμενων κομμάτων εξουσίας που, πλέον, περιορίζονται στο μόνο συνεχές της γενικής δεξιάς. Και γι’αυτό είναι που, πολιτικά λιμοκτονών, ο λαός ρίχνεται με βουλιμία πάνω στην παραμικρή διαφορά που περνά στο οπτικό του πεδίο, κι ας είναι η χειρότερη, η πλέον ψευδής, κι ας φέρεται από τους πλέον άθλιους δημαγωγούς διότι, τουλάχιστον, είναι κάτι διαφορετικό και, γι’αυτό, έχει την αίσθηση ότι ανασαίνει και πάλι.

Αν δεν φοβόταν την σκιά της, η αριστερά είναι εκείνη που θα μπορούσε να φέρει μια διαφορά πολιτικά αξιοπρεπή: τη διαφορά της εξόδου από το ευρώ, τη διαφορά της αποκατεστημένης δημοκρατικής κυριαρχίας, τη διαφορά της κλειδαριάς που έχει αφαιρεθεί και επιτρέπει προοδευτικές πολιτικές, τη διαφορά του πραγματικού διεθνισμού.

Αν απελευθερωθεί από τις φαντασιακές απαγορεύσεις της και από όλες τις ασυνέπειες που, ως τώρα, βάρυναν φοβερά πάνω στο θέμα του ευρώ, το σχέδιο Β δεν έχει άλλο νόημα από τον να είναι φορέας αυτής της διαφοράς. Και, στο σημείο που έχουμε φθάσει, ας το πούμε με έμφαση, θα είναι ο μόνος πιθανός παράγοντας αποκατάστασης της δημοκρατίας.

Όμως, χρειάζεται να έχει και σχετικά ξεκάθαρες ιδέες και λιγότερη μικροψυχία από αυτήν που οδήγησε τον Τσίπρα να τα απαρνηθεί όλα, να δεχθεί όλες τις ήττες και, δυστυχώς, εν τέλει, όλες τις ταπεινώσεις.

Ξεκάθαρες ιδέες σημαίνει να ξέρεις για ποιον λόγο κινητοποιεισαι και για ποιον λόγο μάχεσαι. Αν δεν θέλει να είναι σχέδιο συνώνυμο του ασήμαντου και του μαστορέματος, το σχέδιο Β δεν μπορεί παρά να στοχεύει τον μέγιστο στόχο που, στην πραγματικότητα, είναι το λιγότερο που μπορούμε να δεχθούμε: τον στόχο της πλήρους δημοκρατίας.

Η πλήρης δημοκρατία είναι η πλήρης αποσυνταγματοποίηση όλων των διατάξεων περί οικονομικής πολιτικής και ο επαναπατρισμός τους στην περίμετρο της κοινής πολιτικής συζήτησης. Αλλά είναι και αυτό που είναι τόσο ριζικά αδύνατον όσο το δημοκρατικό ευρώ αποτελεί μια πραγματικότητα περίπου τόσο πραγματική όσο κι ένας τετράγωνος κύκλος. Το καθοριστικό πείραμα, για να πεισθούμε, θα ήταν να πάμε απλά να ρωτήσουμε τους Γερμανούς ψηφοφόρους αν θα δέχονταν το καταστατικό της Κεντρικής Τράπεζας, η φύση των αποστολών της, η δυνατότητα νομισματικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων, το επίπεδο των ελλειμμάτων αυτών, το επίπεδο των χρεών, η δυνατότητα διαγραφής τους, όλα αυτά τα πράγματα να αποδοθούν στην κοινή συζήτηση και απόφαση ενός ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Εννοώντας, βεβαίως, ότι οι γερμανικές θέσεις στο θέμα θα αποτελούν μειοψηφία. Διότι, σε μια πρώτη προσέγγιση, αυτό είναι η δημοκρατία! Ε, λοιπόν, η απάντηση δεν θα αργούσε… και δεν θα ήταν σίγουρα αυτή που αναμένουν οι φίλοι του δημοκρατικού ευρώ ή εκείνοι του Κοινοβουλίου του ευρώ. Διότι, ειρήσθω εν παρόδω, ιδού ένας από τους παράδοξους παραλογισμούς και χαρακτηριστικό της δύναμης εκφοβισμού του ευρώ: βλέπουμε εκπροσώπους της ριζοσπαστικής αριστεράς και άλλους της σοσιαλδημοκρατίας της πλέον αβλαβούς να συμμαχούν γύρω από τις ίδιες ψευδαισθήσεις και να εμφανίζουν τον ίδιο φόβο να αμφισβητήσουν αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί.

Το σχέδιο Β ως ασήμαντο πράγμα θα ήταν η παραχώρηση πάνω στη μόνη δέσμευση και αγώνα που αξίζουν: την πλήρη δημοκρατία, και η κατασκευή μιας πολεμικής μηχανής από χαρτόνι για να επιτευχθούν μερικές διαγραφές χρέους ή για να επιτραπεί ένας επί πλέον βαθμός δημοσιονομικού ελλείμματος, αφήνοντας βέβαια άθικτη όλη την υπόλοιπη αντιδημοκρατική δομή.

Τότε μπορούμε, αν θέλουμε, να κάνουμε όπως ο Τσίπρας και άλλοι μετά από αυτόν, δυστυχώς, και να καθυστερήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τη στιγμή όπου οι αντιθέσεις θα εμφανιστούν γυμνές: να μην έχεις πια λιτότητα και να είσαι στο ευρώ, να έχεις ευρώ και δημοκρατία. Οι υποσχέσεις αυτές δεν μπορούν να εκπληρωθούν διότι είναι αντιφατικές και, χειρότερα, είναι αντιφατικές χωρίς να επιδέχονται κανέναν συμβιβασμό. Αλλά, αν θέλει να βγει από την κενότητα, η αριστερά θα πρέπει να γιατρέψει αυτήν την πληγή της εποχής που είναι η ασυνέπεια, δηλαδή, θα πρέπει να μάθει να επιθυμεί τις συνέπειες των όσων επιθυμεί.

Επιθυμεί πραγματικά την δημοκρατία; Τότε, δεν μπορεί να επιθυμεί να παραμείνει στο ευρώ.

Δεν θα σώσουμε τίποτε κάνοντας παραχωρήσεις επί των πιο θεμελιωδών αρχών της πολιτικής, διότι ποτέ δεν σώθηκε τίποτε με τίμημα την δημοκρατία.

Γενικά, πριν ξεκινήσεις για τον πόλεμο, καλό είναι να είσαι ξεκάθαρος ως προς τους στόχους του πολέμου. Με εξαίρεση τους λάτρεις των αφεψημάτων, η συλλογή κοτσανιών κερασιών δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Στην αριστερά του σχεδίου Β ανήκει πλέον να ξέρει αν θέλει να επιδοθεί στα αφεψήματα και, μετά, «καληνύχτα» ή αν έχει ξαναβρεί την όρεξη για πραγματική πολιτική.»

Categories: Uncategorized | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.